ΧΑΡΑΔΙΑΤΙΚΑ

 

Χρειάστηκε να ενωθούν τα Επτάνησα με την Ελλάδα για να αρχίσουν σιγά – σιγά οι απόκληροι των κατακτητών να φεύγουν από τα ορεινά μέρη που τους είχε καταδικάσει η αυθαιρεσία τους και να κατέβουν προς τα πιο πεδινά όπου έβρισκαν πιο γόνιμο έδαφος για να αναπτυχθούν οικονομικά και να συντηρήσουν οικογένειες.

Έτσι έγινε και με τα Χαραδιάτικα. Ένα καινούργιο σχετικά χωριό, ιστορίας 2 -3 αιώνων που όμως έχει να επιδείξει κάποια αξιόλογα πέτρινα σπίτια, εκκλησίες καλντερίμια αρκετά όμορφα.

Τα τρεχούμενα νερά που έρχονται  από το Άλατρο έχουν κάνει πολύ γόνιμο το έδαφος του χωριού και προχωρώντας μέσα στο φαράγγι συναντάει κανείς ακόμη τους παλιούς νερόμυλους αλλά και το φυσικό μεγαλείο που συνδυάζει το τρίπτυχο δέντρο, πέτρα και νερό.

 

 

ΝΥΔΡΙ

 

Η ευρύτερη τουριστική περιοχή του κάμπου του Νυδρίου αποτελεί έναν συνολικό χώρο εξέτασης, μιας και δεν υπάρχουν στις μέρες μας τα διαχωριστικά που υπήρχαν παλιά.

Στις αρχές του αιώνα συγκεκριμένα, υπήρχαν σ’ όλο αυτό τον χώρο των δύο χιλιομέτρων έξι σπίτια! Δύο στο Στενό και τέσσερα στο Νυδρί.

Όλη η περιοχή ήταν γεμάτη από έλη και κουνούπια, ενώ θέριζε η ελονοσία.

Η προνομιούχα θέση όμως της περιοχής δεν άργησε να την κάνει να ξεχωρίσει.

Ήδη από τις αρχές του αιώνα, ο Γερμανός αρχαιολόγος Γουλιέλμος Δαιρπφελδ ξεκίνησε ανασκαφές στην περιοχή του Στενού επιδιώκοντας να επιβεβαιώσει την θεωρία του περί Ομηρικής Ιθάκης την οποία μόνο αυτός πίστευε τότε.

Σημειωτέον ότι ο Δαίρπφελδ ήτανε κατά πολύ ανώτερος του Σλήμαν στις γνώσεις και το επίπεδο που διέθετε. Όμως ο Σλήμαν ανέλαβε τις ανασκαφές στην Τροία που τον έκαναν διάσημο ενώ ο Δαίρπφελδ δεν μπόρεσε να βρει τίποτε περισσότερο από δείγματα της πρώιμης εποχής του χαλκού (2000 π.Χ).

Το μυστικό της Ομηρικής Ιθάκης και του παλατιού του Οδυσσέα φαίνεται ότι καλά κρατεί. Ίσως οι θρύλοι και οι παραδόσεις του απλού κόσμου που μιλούν για το χρυσό αργαλειό της Πηνελόπης ο οποίος βρίσκεται στον κόλπο του Βλυχού, να χρήζουν για μελλοντικές – εναλίες – ανασκαφές.

Πάντως η επίσκεχη τιυ αυτοκράτορα της Αυτροουγγαρίας, Βίλχελμ Κάιζερ στο Νυδρί στις ράχες του αιώνα (1917) ήτανε η αρχή που προοιώνιζε το μέλλον της περιοχής ως τις «Κάννες» της Λευκάδας.

Όλο το «JET SET» των διάσημων προσωπικοτήτων που παρέλασαν από την περιοχή, αρχή γενομένης από τον Αριστοτέλη Ωνάση που αγόρασε το νησάκι «Σκορπιος» καθώς και οι αρχηγοί κρατών όπως και οι άλλες προσωπικότητες των διαφόρων χωρών που κατά καιρούς κατακλύζουν την περιοχή, έχουν δημιουργήσει τουριστικό ρεύμα κόσμου που αυξάνετε χρόνο με το χρόνο.

 

 


 

ΝΕΟΧΩΡΙ

 

Σίγουρα κάποτε θα υπήρχε και “Νέο”-χώρι αν κρίνουμε από το όνομα του. Όμως στις μέρες μας αποτελεί ένα παλιό χωριό μεν προνομιούχο, δε χωριό.

Η αλήθεια είναι ότι στα χρόνια της δικτατορίας (1967 – 1974) το χωρίο εγκαταλείφθηκε από του ντόπιους κατοίκους, που αναζήτησαν την τύχη τους στους πρόποδες του βουνού και συγκεκριμένα στις τοποθεσίες Παλαιοκατούνα και Μεγάλο Αυλάκι, εκμεταλλευόμενοι έτσι τα δάνεια που πήραν για να φτιάξουν χωριό με περισσότερες δυνατότητες οικονομικής ανάπτυξης.

Την δεκαετία όμως του 1980 μια ομάδα νέων ανθρώπων – επαναστατών των πόλεων -, περιθωριακών στοιχείων κατά άλλους, αγόρασαν παλιά σπίτια του χωριού τα οποία τα επισκεύασαν σεβόμενοι απόλυτα το παραδοσιακό χρώμα του χωριού. Με την ευαισθησία που χειρίστηκαν τον κοινόβιο χώρο τους, τον έκαναν να αποτελεί αξιοπρόσεχτο τουριστικό προορισμό.

Εκτός από τα παραδοσιακά σπίτια και την εντυπωσιακή θέα προς τον κάμπο του νησιού ο επισκέπτης μπορεί να δει ακόμα και την Παναγία την Ευαγγελίστρια, μοναδική εκκλησία με τρούλο στο νησί καθώς και το ιδιωτικό μουσείο του Παναγιώτη Τσατσούλα το οποίο περιέχει αντίγραφα μουσικών οργάνων από την αρχαιότητα μέχρι τις μέρες μας καθώς και τον πλούτο λαογραφικού υλικού.

Από το Νεοχώρι κατάγεται ο κλαριντζής Κώστας Γκιαούζος – Μουζάκης που προπολεμικά μέχρι το 1950 θεωρούνταν ένα από τα κλαρίνα της Ελλάδας.


 

ΒΑΥΚΕΡΗ

Η Βαυκερή όπως και η γειτονική Εγγλουβή αποτέλεσαν το προπύργιο της ορθοδοξίας στα σκοτεινά χρόνια της Τουρκοκρατίας. Τα προνόμια που είχαν από τους Τούρκους, μιας και τους επετράπη να χτίσουν τότε την ιερά μονή του Ασώματου Αρχάγγελου Μιχαήλ, ίσως σε κάποιο βαθμό να εκφράζουν το πνεύμα του αγώνα και της αντίστασης των κατοίκων οι οποίοι το 1940  έκαναν όλο τον κόσμο να υποκλιθεί μπροστά στο μεγαλείο τους, γράφοντας πρωτοσέλιδα στις εφημερίδες για την «μικρή Μόσχα». Η μικρότερη γωνιά γης στον πλανήτη αντιστάθηκε σε μια αυτοκρατορία. Όταν αφόπλισαν και αιχμαλώτισαν τους Ιταλούς καραμπινιέρους που πήγαν στο χωριό για είσπραξη φόρων. Ήτανε η πρώτη μορφή αντίστασης ενάντια στους κατακτητές κι ο κόσμος υποκλίθηκε σε αυτούς που εν αγνοία τους – για το μέγεθος των πράξεων τους – τότε έγραφαν αυτές τις ιστορικές στιγμές.

Σήμερα η Βαυκερή μπορεί να έχει μείνει με ελάχιστους κατοίκους, μιας και αποίκησαν τα δυο χωριά που βρίσκονται στους πρόποδες του βουνού και στον κάμπο, την Ράχη και το Νυδρί όμως δεν έχουν χάσει το οικιστικό πολιτιστικό τους μεγαλείο. Τα περισσότερα σπίτια είναι πέτρινα κι ότι χτίζεται φέρει τη σφραγίδα του παραδοσιακού. Ο επισκέπτης μπαίνει σε ένα χωριό που τον φέρνει νοερά στο 1500 ή στο 1600. κι όταν περνάει από τον πλάτανο ή τη βρύση του χωριού τον συνοδεύουν νοερά οι οπτασίες των Καρνάτιδων που με τις πινιάτες και τα σκαρίδια στο κεφάλι σηκώνονταν με το ξημέρωμα για να σφυρηλατήσουν με τις εργασίες τους το πολιτιστικό γίγνεσθαι της περιοχής.

 

ΠΛΑΤΥΣΤΟΜΑ

 

Τα Πλατύστομα  υπήρξαν κι αυτά ως χωριό κατάλοιπο της Τουρκοκρατίας και των κατά καιρούς κατακτητών. Μετά την ένωση της Επτανήσου με την Ελλάδα αρχίσανε να τα εγκαταλείπουνε σιγά – σιγά οι κάτοικοι του. Μαζικότερη μετακίνηση όμως των κατοίκων τα τελευταία 40 χρόνια προς το επίνειό του το Περιγκίλι, δίνουνε στα Πλατύστομα σήμερα εικόνα εγκατάλειψης.

Από τα Πλατύστομα κατάγονταν ο επίσκοπος Άρτας Κατωχιανός κατά τα χρόνια του Αλή Πασά. Επίσης από εκεί κατάγονταν κι ο περίφημος ληστής Ψίλιας που έδρασε στα τέλη του 19ου αιώνα όπου η ληστοκρατία αποτελούσε τότε ηρωικό τρόπο ζωής.

Στην προηγούμενη περίοδο των δημαρχιών 1866 – 1912 ανήκε στο δήμο Καρνάς ενώ τώρα λόγω του Περιγιαλιού του οποίου αποτελεί περιοχή του, τοποθετήθηκε στο Δήμο Ελλομένου.

Το μοναστήρι της Κόκκινης Εκκλησίας το οποίο ανήκει στα Πλατύστομα γνώρισε μεγάλη ακμή τους 15ο και 19ο αιώνα.

Μέρος της αίγλης του σώζεται ακόμη και σήμερα που μπορεί ο επισκέπτης να δει από τον περίβολο και τα κελιά έως τους χώρους και τον κύριο ναό. Το όνομά του οφείλεται κυρίως στο κοκκινόχωμα που χρησιμοποιήθηκε ως κονίαμα για την κατασκευή του.

 

ΠΟΡΟΣ

 

ΟΝΟΜΑΣΙΑ

Προέρχεται από τη λέξη Πόρος = οπή = τρύπα. Το βουνό συγκεκριμένα «ΚΑΜΠΗ» πάνω στο οποίο είναι χτισμένο το χωριό έχει τρύπες όπου κυλάει τρεχούμενο νερό. Από τα υπόγεια νερά του χωριού έχει υποχωρήσει το άνω μέρος του χωριού κι έχει βουλιάξει μέσα στη γη παρασύροντας και τα σπίτια μαζί.

 

ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

Σήμα κατατεθέν του χωριού αποτελεί ο πύργος του 6ου αιώνα π.Χ. του οποίου τα ερείπια σώζονται ακόμη στη θέση Πυργί. Ο πύργος  είχε κτιστεί από τους Κορινθίους όταν κατέλαβαν το νησί. Είχε ύψος 12 μ. και σύμφωνα με τις νεότερες εκδοχές αποτελούσε ένα είδος «φρυκτωρίας». Δηλαδή μετάδοσης οπτικών μηνυμάτων ώστε να ενημερώνετε η μία άκρη του νησιού με την άλλη στην περίπτωση – κυρίως- εισβολέων.

 

ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

 Ένα από τα πλουσιότερα σε λαογραφικό πλούτο και παράδοση χωριά της Λευκάδας.

Ονομαστό από την οικογένεια των Καταποδαίων που υπήρξαν εξαιρετικοί μαχαιροποιοί αλλά και οπλοποιοί. Η συντεχνία των μαχαιροποιών ξεκίνησε το 1684 που κατέλαβαν οι Ενετοί το νησί. Χώρισαν τα διάφορα επαγγέλματα σε συντεχνίες ώστε να υπάρχει εξειδίκευση εργασίας και οι Ενετοί ως έμποροι που ήτων να πουλάνε τη δημιουργημένη παραγωγή. Η τέχνη συνεχίστηκε μέχρι το 1950 περίπου. Τώρα μένει η φήμη αλλά και οι δημιουργίες σε μαχαίρια που αποτελούν πλέον μουσειακά αντικείμενα.

Γνωστός ο Πόρος για την πνευματική δημιουργία τόσο σε επιστήμονες όσο και σε ποιητές αλλά και παραμυθάδες, ξεχωρίζει και για τους επικήδειους που διαβάζονται σε κάθε κηδεία και κάθε περίπτωση. Έθιμα τουλάχιστον δύο αιώνων που και σήμερα ακόμη βρίσκεται σε εξέλιξη τονίζοντας το ψηλό πνευματικό αίσθημα των κατοίκων.

Στο χώρο το λατρευτικό υπάρχούν αξιόλογες εκκλησίες του 18ου αιώνα και επίσης υπάρχουν κι αξιόλογα κτίρια παλιών γαιοκτημόνων του χωριού όπως του Κάπαλου, του Βερετή και του Κονιδάρη με αξιόλογα οικοδομικά στοιχεία.

 

ΦΤΕΡΝΟ

 

ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

Η ονομασία του χωριού μάς ανάγει σε αρχαιοελληνικές καταβολές όμως η νεότερη εγκατοίκηση των κατοίκων μας οδηγεί σε άλλα ιστορικά συμπεράσματα.

Το χωριό κατοικείται τουλάχιστον από τον 16ο αιώνα αλλά μόλις ήρθαν οι Ενετοί το πύκνωσαν πληθυσμιακά. Συγκεκριμένα το επίθετο Αρματάς υποδηλώνει μισθοφόρους του Ενετικού στρατού που πολέμησαν κατά των Τούρκων και σε αντάλλαγμα πήραν εκτάσεις γης δικές τους καθώς και χρήματα που είχαν γραμμένα τη λέξη «ARMATA», εξού και το επίθετο που πήραν Αρματαίοι.

Επίσης στα χρόνια των Ενετών εγκαταστάθηκαν και οι Σκλαβενιταίοι. Η καταγωγή αυτών είναι από τα Σκλάβαινα της Αιτ/νίας  τα οποία τα έκαψαν οι Τούρκοι το 1690 και οι κάτοικοι που γλίτωσαν ήρθαν στον Πόρο και Φτερνό και στη συνέχεια στο Κατωχώρι όπου από τον τόπο καταγωγής τους βγήκε και το καιούργιο επίθετο.

 

ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

Η λαογραφία του χωριού είναι συνδεδεμένη με τον ποιμενικό τρόπο ζωής που όλους αυτούς τους αιώνες ακολουθεί.

Η ζωοκλοπή αποτελούσε ανέκαθεν αναγκαίο κακό μιας και είχε ανδραγαθοποιηθεί στο μέγιστο βαθμό.

Στις μέρες μας έχει αλλάξει η όψη του χωριού με πολλούς δρόμους, πολλά καινούργια σπίτια και πολλούς ξένους που έχουν εγκατασταθεί εκεί. Το καλοκαίρι αποτελεί έναν αξιόλογο τουριστικό προορισμό τόσο για φαγητό όσο και διαμονή.

 

 

ΚΑΤΩΧΩΡΙ

 

ΙΣΤΟΡΙΑ

Το Κατωχώρι αποτελεί την πολιτιστική έδρα του δήμου Ελλομένου –τιμής ένεκεν- επειδή υπήρξε η έδρα του πρώην δήμου Ελλομένου μεταξύ 1866-1912.

Στις μέρες μας έχει 150 μόνιμους κατοίκους έναντι των 1005 που είχε φτάσει το 1907. Τις μέρες της ακμής του, μας τον θυμίζουν τα τέσσερα παλιά δημαρχιακά κτίρια, οι παλιές φυλακές, οι παλιοί αστυνομικοί σταθμοί, τα 12 ελαιοτριβεία και οι 10 εκκλησίες.

Ο Άγιος Χαράλαμπος συγκεκριμένα με το πέτρινο ταμπλό ανάγεται στον 15ο αιώνα ενώ έργο τέχνης θεωρείται και το τέμπλο του Άγιου Δημήτριου που σκάλισε το 1731 ο Μαστρομανώλης ο Αρκαδιανός, καθώς και οι δεσποτικές εικόνες της ίδιας περιόδου που είναι φιλοτεχνημένες από Αγιορείτες μοναχούς.

Στους χώρους των φυσικών καλλονών υπάρχει ακόμα ο πλάτανος του Αγίου Νικολάου με 6,50 μέτρα περιφέρεια, ο γκρεμός βάθους 150 μέτρων που σχηματίστηκε το 1918 στη θέση Πορτί μετά από κατολίσθηση του βουνού, το δάσος που φυτεύτηκε από τα παιδιά του δημοτικού σχολείου το 1953 και πλήθος αξιόλογων πέτρινων κτιρίων της  περιόδου 1880 – 1900 που το χωριό γνώρισε την μέγιστη ακμή λόγω της αμπελοκαλλιέργειας που υπήρχε και της εξαγωγής του κρασιού στη Γαλλία.

Επίσης αυτούσιο σώζεται το αρχοντικό του Κόντε Καββαδά από το 1700 ο οποίος διετέλεσε πρώτος έπαρχος του νησιού της Λευκάδας. Τα σίδερα της λαιμητόμου που βρίσκονταν στημένα έξω από το σπίτι του μέχρι το 1880 υπάρχουν κι αναμένουν αναστήλωση.

 

ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ

Οι κάτοικοι του χωριού ανέκαθεν διακρίνονταν για την έφεση προς τα γλέντια, την διασκέδαση, το χορό και γενικά την ελεύθερη ζωή. Δεν υπήρχε πνευματική ανάπτυξη και πρόοδος αντίστοιχη με άλλα χωριά του νησιού. Στις μέρες μας είναι ακόμη πιο θολά τα πράγματα γιατί αρχίζει να αλλάζει κι η σύνθεση του πληθυσμού και να κυριαρχούν καινούργιοι προβληματισμοί ως προς την βιωσιμότητα των νέων της περιοχής.

 

ΟΝΟΜΑΣΙΑ

Το Κατωχώρι στην σημερινή του θέση ξεκίνησε το 1601 όταν εγκαταστάθηκε η πρώτη οικογένεια. Υπήρχε όμως στους πρόποδες του λόφου παλιό χωριό το οποίο καταστράφηκε τον Μεσαίωνα πιθανόν από πειρατές. Επειδή το χωριό αυτό το παλιό ονομαζόταν Κατωχώρι με το ίδιο όνομα έβγαλαν και το καινούργιο μιας κι ο λόφος πάνω στον οποίο χτίστηκε ήτανε περιοχή του παλιού χωριού.

Το παλιό αυτό χωριό είναι χτισμένο πάνω στα ερείπια της αρχαίας πόλης του «Ελλόμενου» εξού και το όνομα του Δήμου. Την αρχαία αυτή πόλη κατέστρεψαν οι Αθηναίοι όταν έκαναν την εκστρατεία στις Συρακούσες επειδή οι Ελλόμενιοι ήτανε σύμμαχοι των Κορινθίων που αποικούσαν την Λευκάδα.

Από την αρχαία πόλη του Ελλομένου σώζονται οι βάσεις του πύργου του 7ου αιώνα π.Χ. στη θέση Ξυλογαϊδάρα. Η θέση Ξυλογαϊδάρα συγκεκριμένα ήτανε ένα τεράστιο ξύλινο σκαρίδι μέσα στο οποίο έβαζαν το θύμα του είχαν μαστιγώσει μέχρι να ανοίξουν πληγές στο σώμα του, έριχναν αλάτι και πάνω από το αλάτι ζεματιστό νερό μέχρι να μαρτυρήσει ή μέχρι να πεθάνει.

 

ΤΟ ΚΑΤΩΧΩΡΙ ΣΗΜΕΡΑ

Το Κατωχώρι σήμερα κι αφού  έκλεισε 400 χρόνια εγκατεστημένο στο χώρο που ουσιαστικά του επέβαλλαν οι τότε Τούρκοι κατακτητές, ατενίζει μπροστά του το θολό τοπίο και τίποτε άλλο.

Σε όλη την περιφέρεια που μέχρι 1912 ανήκε στο Κατωχώρι τώρα δημιουργήθηκσν ακόμη τα εξής χωριά: Βλυχό, Γένι, Προλιθιά. Επίσης οικισμοί δημιουργούνται στον Κορακιά, στη Δεσίμι και στην Καραβόλιμπα.

Όλοι ιθ νέοι οικισμοί έχουν αυξητικές τάσεις ενώ το ΚΑτωχώρι φαντάζει πλέον σαν θολό τοπίο με πλούσιο παρελθόν, φτωχό παρόν κι αβέβαιο μέλλον.

 

 

 

ΒΛΥΧΟ

 

ΟΝΟΜΑΣΙΑ

 Η ονομασία Βλυχό προέρχεται από τις περίπου 30 βλύχες που αναβλύζουν νερό κατά μήκος του βουνού της Αμαλής στους πρόποδες του οποίου είναι χτισμένο.

 

ΙΣΤΟΡΙΑ

Το Βλυχό αποτέλεσε επί 600 χρόνια τόπο που κληρονομούνταν από τον ένα κατακτητή στον άλλον. Στα χρόνια  της Τουρκοκρατίας 1479-1684 ανήκε σε Τούρκους πασάδες. Στα χρόνια των Ενετών 1684-1789, μοιράστηκε σε φεουδάρχες που πολεμούσαν στο πλευρό των Ενετών κατά των Τούρκων όπως ήτων οι Τσαλαμπαίοι, Μαχαιραίοι, Δίπλας, Κόντε Καββαδάς, Βαλαωριταίοι κ.α.

Σε αντίστοιχους προγόνους αυτών πέρασαν και στα επόμενα χρόνια των Άγγλων, Γάλλων, Ρωσοτούρκων αλλά και Ελλήνων.

Το κατά καιρούς καθεστώς των κατακτητών εξυπηρετούσε πάντα την τάξη των ευγενών επειδή μέσω αυτών ασκούνταν με μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα η εξουσία προς τις κατώτερες κοινωνικές τάξεις.

Ο λαός που βρέθηκε με περιουσία στο Βλυχό – όπως και στο Γενί- δεν απέκτησε τίποτε από δωρεές. Εξαγόρασε την γη αυτή με αίμα και ιδρώτα. Πρώτα με την προσωπική εργασία του μιας και την μίσθωνε από τους άρχοντες και λίγο λίγο την αγόρασε.

Έπειτα με τα εμβάσματα που έστελναν οι χωριανοί από την Αμερική. Μέχρι το 1950 γύριζε ο φοροεισπράκτορας της οικογένειας Βαλαωρίτη στη θάλασσα του Βλυχού και Νυδρίου κι από ότι ψάρια είχαν τα καΐκια μαζί τους, τους έπαιρνε το «αναλογούν» φόρο μιας και η θάλασσα ήταν του  Βαλαωρίτη.

Το Βλυχό φαίνεται να κατοικούνταν πάντα να τους αιώνες των διαφόρων κατακτητών. Σαν χωριό όμως με συνείδηση κοινή άρχισε να διαμορφώνεται από το 1850 κι εδώ. Ευτράπελες διηγήσεις που σώζονται στα αρχεία της αστυνομίας Κατωχωρίου μιλάνε για την αντιπαλότητα μεταξύ των δύο πρώτων εμπορικών μαγαζιών που υπήρχαν τότε στο Βλυχό και συναγωνίζονταν το ένα το άλλο σε κατανάλωση.

Σαν χωριό το Βλυχό έφτασε στην κορυφή του από το 1910 έως το 1940. Δέκα τουλάχιστον μεγάλα εμπορικά της εποχής διακινούσαν πλήθος εμπορευμάτων προς και από το νησί. Στο Βλυχό χτυπούσε ο οικοδομικός παλμός όλου του νησιού. Ο δε έμπορος Γιάννης Σκλαβενίτης θεωρούνταν ένας από μεγαλύτερους εμπόρους της Δυτικής Ελλάδας. Τελικά όλα έσβησαν με τον πόλεμο του 1940.

Σήμερα – αν κι έχουν γίνει σημαντικά έργα στο χώρο της υλικοτεχνικής υποδομής- φαίνεται ότι αναζητεί την σπίθα που θα ανάψει πάλι την ανάπτυξη της περιοχής μιας και αποτελεί ένα εντυπωσιακής ομορφιάς μνημείο φυσικού κάλλους που όμως αναπτύσσεται στη σκιά του Νυδρί το οποίο έχει επισκιάσει κάθε τι περιοχή.

 
 
 
Created by New Media Factory - OTE